Ο Καπετάν Πέτκο Βοϊβόντα (Петко Киряков – Petko Kiryakov) υπήρξε μία από τις πιο γνωστές μορφές του βουλγαρικού επαναστατικού κινήματος του 19ου αιώνα. Συνδέθηκε στενά με τους εθνικούς αγώνες στη Θράκη και θεωρείται μέχρι σήμερα εθνικός ήρωας στη βουλγαρική ιστοριογραφία.
Ο Πέτκο Κιριάκοφ γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1844 στο χωριό Ντογάν-Χισάρ, το οποίο σήμερα είναι γνωστό ως Αισύμη και βρίσκεται στον νομό Έβρου, κοντά στην Αλεξανδρούπολη (παλαιά Δεδεαγάτς).Την εποχή εκείνη η περιοχή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατοικούνταν από χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Στα βουλγαρικά εθνικά αφηγήματα, το Ντογάν-Χισάρ παρουσιάζεται ως τόπος βουλγαρικής καταγωγής του ήρωα, στοιχείο που αργότερα αξιοποιήθηκε έντονα για πολιτικούς και προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Από νεαρή ηλικία, ο Πέτκο ήρθε σε επαφή με τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της εποχής, γεγονός που επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα πορεία του.
Το 1861, σε ηλικία μόλις 17 ετών, ο Πέτκο εγκατέλειψε την καθημερινή ζωή και προσχώρησε στα ένοπλα αντάρτικα σώματα (χαϊδούκους), τα οποία δρούσαν εναντίον της οθωμανικής διοίκησης.
Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια κινήθηκε στα βουνά της Θράκης και της Ροδόπης, οργανώνοντας και συμμετέχοντας σε επιθέσεις, ενέδρες και επιχειρήσεις κατά των οθωμανικών δυνάμεων. Σύμφωνα με τις βουλγαρικές πηγές, ξεχώριζε για τη στρατηγική του ικανότητα, την τόλμη και την αποφασιστικότητά του.
Στο εθνικό αφήγημα παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των χριστιανικών πληθυσμών και προστάτης των αδυνάτων, αν και οι συγκρούσεις της εποχής ήταν συχνά πολύπλοκες και βίαιες.
Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877–1878, ο Καπετάν Πέτκο συνεργάστηκε με τα ρωσικά στρατεύματα, παρέχοντας πληροφορίες και στρατιωτική υποστήριξη στην περιοχή της Θράκης.
Μετά τη λήξη του πολέμου και την απελευθέρωση της Βουλγαρίας, η δράση του αναγνωρίστηκε επίσημα. Το 1879 κλήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έγινε δεκτός από τον Τσάρο Αλέξανδρο Β΄. Εκεί τιμήθηκε με παράσημο ανδρείας και έλαβε τον βαθμό του λοχαγού.
Η συνάντηση αυτή ενίσχυσε σημαντικά το κύρος του και τον καθιέρωσε ως εθνικό σύμβολο.
Στις αφηγήσεις για τη ζωή του, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ηθική του στάση. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του 1873, όταν, ύστερα από αποτυχημένη ενέδρα εναντίον Οθωμανού αξιωματούχου, απελευθέρωσε αιχμαλώτους και αρνήθηκε να εκδικηθεί αθώους ανθρώπους.
Ο ίδιος φέρεται να δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να χύνει άδικα αίμα και ότι θεωρούσε την ανθρωπιά ανώτερη από την εκδίκηση. Τέτοιες ιστορίες συνέβαλαν στη δημιουργία της εικόνας του «δίκαιου αγωνιστή».
Μετά τον θάνατό του το 1900, ο Καπετάν Πέτκο εντάχθηκε στο πάνθεον των βουλγαρικών εθνικών ηρώων. Το όνομά του δόθηκε σε δρόμους, σχολεία και οργανώσεις.
Ιδιαίτερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μορφή του αξιοποιήθηκε έντονα από τη βουλγαρική κρατική προπαγάνδα. Το 1943, στο πλαίσιο της βουλγαρικής κατοχής στη Θράκη, δημοσιεύτηκαν άρθρα και φωτογραφίες του σε εφημερίδες όπως ο «Μπελομόρετς», παρουσιάζοντάς τον ως σύμβολο της «βουλγαρικότητας» της περιοχής.
Οι νεολαιίστικες οργανώσεις «Μπράνικ» τον ανέδειξαν σε προστάτη τους, συνδέοντας τη δράση τους με την επαναστατική του παράδοση και καλλιεργώντας εθνικιστικό φρόνημα στη νεολαία.
Ο Καπετάν Πέτκο υπήρξε αναμφίβολα σημαντική προσωπικότητα της εποχής του και έδρασε σε μια περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων στα Βαλκάνια. Η ζωή του αντικατοπτρίζει τις συγκρούσεις, τα οράματα και τις αντιφάσεις του 19ου αιώνα.
Παράλληλα, μέσα από το χωριό της Αισύμης αναδεικνύετε και ένα πρόσθετο ζήτημα αυτό της Ταυτότητας
Ό Καπετάν Πέτκο, γεννημένος στο Ντογάν-Χισάρ (σημερινή Αισύμη), ανέπτυξε έντονη βουλγαρική εθνική συνείδηση και εντάχθηκε ενεργά στο βουλγαρικό επαναστατικό κίνημα, παρά το γεγονός ότι η περιοχή σήμερα ανήκει στην Ελλάδα.Το φαινόμενο
αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά εντάσσεται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της
Θράκης κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά την περίοδο της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι τοπικές κοινωνίες δεν ορίζονταν με βάση τα
σύγχρονα εθνικά κράτη, αλλά κυρίως με βάση τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις
εκκλησιαστικές δομές.
Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 αποτέλεσε κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς επέτρεψε στους σλαβόφωνους ορθόδοξους πληθυσμούς της Θράκης να αποσπαστούν εκκλησιαστικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να ενταχθούν σε έναν νέο εθνικό μηχανισμό. Η εκκλησιαστική αυτή επιλογή λειτουργούσε συχνά και ως δήλωση εθνικής ταυτότητας.
Στην περιοχή του Δεδεαγάτς και της Αισύμης παρατηρείται κατά τον ύστερο 19ο αιώνα η συνύπαρξη πληθυσμών με διαφορετικούς εθνικούς προσανατολισμούς: πατριαρχικοί (ελληνικής συνείδησης), εξαρχικοί (βουλγαρικής συνείδησης), καθώς και μικτές ομάδες με ρευστή ταυτότητα.
Ο Καπετάν Πέτκο εντάσσεται σαφώς στο πλαίσιο της εξαρχικής και βουλγαρικής εθνικής παράδοσης της περιοχής. Η επιλογή του αυτή δεν αντανακλά απαραίτητα τη στάση του συνόλου του τοπικού πληθυσμού, αλλά καταδεικνύει την ύπαρξη ισχυρών βουλγαρικών δικτύων στη νότια Θράκη ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Η παρουσία βουλγαρικών εθνικών προσανατολισμών στην περιοχή δεν περιορίζεται στον 19ο αιώνα. Κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (1941–1944), παρατηρείται εκ νέου η ενεργοποίηση τοπικών πληθυσμών που συνεργάστηκαν με τη βουλγαρική διοίκηση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συνεργασίες αυτές δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή συγκυριακών επιλογών, αλλά συνδέονταν και με παλαιότερες οικογενειακές, γλωσσικές ή εκκλησιαστικές παραδόσεις βουλγαρικού προσανατολισμού.
Η προπαγανδιστική αξιοποίηση μορφών όπως ο Καπετάν Πέτκο το 1943 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική: επιχειρούσε να παρουσιάσει τη βουλγαρική παρουσία στη Θράκη ως ιστορικά νομιμοποιημένη και διαχρονική.
Με αυτόν τον τρόπο, η βιογραφία ενός προσώπου του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει πολιτικές επιδιώξεις του 20ού αιώνα…



