Κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής Κατοχής στη
Δυτική Θράκη (1941–1944), η Αλεξανδρούπολη, τότε γνωστή ως Δεδεαγάτς, αποτέλεσε
πεδίο συστηματικών προσπαθειών ιδεολογικής και πολιτισμικής αναμόρφωσης. Ένα
από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολιτικής υπήρξε η τελετή
μεταφοράς και αγιασμού της σημαίας του Γυμνασίου της πόλης, η οποία αποτυπώθηκε
στον κατοχικό Τύπο και στο φωτογραφικό υλικό της εποχής. Η συγκεκριμένη τελετή
δεν αποτελεί απλώς μια σχολική ή θρησκευτική εκδήλωση, αλλά ένα οργανωμένο
γεγονός με σαφή πολιτικό και συμβολικό περιεχόμενο.

Το Γυμνάσιο της Αλεξανδρούπολης είχε μετονομαστεί
από τις κατοχικές αρχές σε «Γυμνάσιο Πρίγκιπα Συμεών του Τυρνόβου», επιλογή που
υποδήλωνε ευθέως τη σύνδεση της εκπαιδευτικής ζωής με τη δυναστική και εθνική
ιδεολογία της Βουλγαρίας. Μέσα από την ονομασία αυτή, το σχολείο μετατρεπόταν
σε σύμβολο της επιδιωκόμενης πολιτικής ενσωμάτωσης της περιοχής στο βουλγαρικό
κράτος. Η τελετή αγιασμού της σημαίας οργανώθηκε με ιδιαίτερη επισημότητα και
πραγματοποιήθηκε στις 24 Μαΐου, ημερομηνία με ιδιαίτερη σημασία για τη
βουλγαρική εθνική συνείδηση, καθώς συνδέεται με την εορτή των Αγίων Κυρίλλου
και Μεθοδίου.
Η επιλογή της συγκεκριμένης ημέρας δεν ήταν
τυχαία. Στόχευε στη σύνδεση της εκπαίδευσης με το βουλγαρικό ιστορικό και
πολιτισμικό αφήγημα, παρουσιάζοντας το σχολείο ως φορέα εθνικής συνέχειας και
πνευματικής κληρονομιάς. Με τον τρόπο αυτό, η εκπαιδευτική διαδικασία
εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης της νεολαίας.
Το φωτογραφικό υλικό αποτυπώνει μια επιβλητική
πομπή στους δρόμους της πόλης, στην οποία συμμετέχουν μαθήτριες ντυμένες στα
λευκά, εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί, πολιτικοί αξιωματούχοι και εκκλησιαστικοί
παράγοντες. Η παρουσία των μαθητριών στην πρώτη γραμμή της πομπής λειτουργούσε
συμβολικά, προβάλλοντας μια εικόνα αθωότητας, καθαρότητας και αποδοχής της νέας
πραγματικότητας. Στην ουσία, όμως, τα παιδιά εντάσσονταν σε έναν μηχανισμό
προβολής και εσωτερίκευσης της κατοχικής ιδεολογίας.
Κεντρική μορφή της τελετής υπήρξε ο Μητροπολίτης
Τυρνόβου Σωφρόνιος, κατά κόσμον Βλαντισλάβ Νεντιάλκοφ, καταγόμενος από το χωριό
Ενίκιοϊ, τον σημερινό Προβατώνα Έβρου. Η καταγωγή του αξιοποιήθηκε συστηματικά
από τη βουλγαρική προπαγάνδα, ώστε να παρουσιαστεί ως «ντόπιος» ιεράρχης που
επιστρέφει στον τόπο του. Με αυτόν τον τρόπο, η παρουσία του προσέδιδε στην
κατοχή χαρακτήρα ιστορικής συνέχειας και τοπικής νομιμοποίησης.
Ο Σωφρόνιος, μέσω της συμμετοχής του στον αγιασμό
της σημαίας, παρείχε θρησκευτική και ηθική επικύρωση στην πολιτική της κατοχής.
Ο αγιασμός δεν είχε μόνο πνευματικό περιεχόμενο, αλλά λειτουργούσε ως
τελετουργική πράξη αποδοχής και ευλογίας της νέας διοικητικής και εθνικής
τάξης. Η Εκκλησία, μέσα από τη μορφή του Μητροπολίτη, εντασσόταν έτσι στον
μηχανισμό πολιτικής επιβολής, προσδίδοντας στο καθεστώς κύρος και αξιοπιστία
στα μάτια του πληθυσμού.
Παράλληλα με τον εκκλησιαστικό παράγοντα,
σημαντικό ρόλο στην τελετή διαδραμάτισε και ο πολιτικός εκπρόσωπος του
καθεστώτος, ο βουλευτής Λάζαρ Ποπόφ. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, ο
Ποπόφ εμφανίζεται ως «νονός» και δωρητής της σημαίας του σχολείου,
αναλαμβάνοντας έναν συμβολικό ρόλο πνευματικού και πολιτικού προστάτη της
μαθητικής κοινότητας. Μέσα από αυτή τη θέση, επιχειρούσε να παρουσιαστεί ως
ευεργέτης και καθοδηγητής της νεολαίας.
Οι λόγοι που εκφώνησε κατά τη διάρκεια της
τελετής είχαν έντονο διδακτικό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Προέβαλλαν την πίστη
στο βουλγαρικό κράτος, την αφοσίωση στην εθνική αποστολή και την ανάγκη
διαμόρφωσης μιας νέας γενιάς προσανατολισμένης στις αξίες του καθεστώτος. Με
τον τρόπο αυτό, η πολιτική εξουσία παρεμβαίνει άμεσα στον χώρο της εκπαίδευσης,
μετατρέποντάς τον σε πεδίο πολιτικής διαπαιδαγώγησης.
Η ταυτόχρονη παρουσία του Μητροπολίτη και του
βουλευτή στην τελετή δεν ήταν συμπτωματική. Αντίθετα, αποτυπώνει τη συνειδητή
σύμπραξη Εκκλησίας και Πολιτείας στην προσπάθεια ιδεολογικής εδραίωσης της
κατοχής. Η θρησκευτική ευλογία και η πολιτική καθοδήγηση λειτουργούσαν
συμπληρωματικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο πλαίσιο νομιμοποίησης της νέας τάξης
πραγμάτων.
Η τελετή αγιασμού της σημαίας του Γυμνασίου
Αλεξανδρούπολης αποτέλεσε, επομένως, ένα σύνθετο τελετουργικό γεγονός με βαθύ
πολιτικό περιεχόμενο. Μέσα από τη σκηνοθεσία, τα σύμβολα, τη συμμετοχή της
νεολαίας και τη σύμπραξη εκκλησιαστικών και πολιτικών παραγόντων, επιχειρήθηκε
η εμπέδωση μιας νέας εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας στην τοπική κοινωνία.
Σήμερα, το φωτογραφικό και αρχειακό αυτό υλικό
αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς η εξουσία
αξιοποίησε τις δημόσιες τελετές ως εργαλεία πολιτικής επιβολής. Η τελετή της
σημαίας δεν αποτελεί απλώς ένα στιγμιότυπο του παρελθόντος, αλλά ένα
χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η κατοχική διοίκηση
προσπάθησε να διαμορφώσει συνειδήσεις και να ελέγξει το μέλλον της τοπικής
κοινωνίας μέσω της παιδείας, της θρησκείας και της πολιτικής παρουσίας.