Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Εμπουμπεκίρ Χαζίμ Τεπεϊράν (1864–1947):Ο πρώτος Μουτασαρρίφης της Δεδέαγατς και η απαρχή μιας μεγάλης διοικητικής διαδρομής.

 Ο Εμπουμπεκίρ Χαζίμ Τεπεϊράν (1864–1947) υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γεννημένος στη Νίγδη της Καππαδοκίας σε οικογένεια με παράδοση στη δημόσια διοίκηση, ανέπτυξε από νωρίς δεξιότητες στη γραφή, την αρχειοθέτηση και τη διοικητική οργάνωση. Η νεανική του πορεία σε υπηρεσίες της Ισπάρτα, της Αττάλειας και της Νίγδης του παρείχε την πρακτική εμπειρία που θα τον καθόριζε ως ικανό και οργανωμένο γραφειοκράτη.

Το 1882 ο βαλή Μεχμέτ Σαΐτ Πασάς τον κάλεσε στην Κόνια, όπου συνδύασε την υπηρεσία με τη λογοτεχνική δημιουργία, δημοσιεύοντας ποιήματα και άρθρα, και συνδέθηκε με σημαντικούς λογοτέχνες, όπως ο Χαλίτ Ζιγιά Ουσάκλιγκιλ. Ακολούθησαν θέσεις σε Κασταμονή, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, που ενίσχυσαν τη διοικητική και πολιτική του εμπειρία.


Η πρώτη σημαντική καμπή στην καριέρα του ήρθε το 1896, όταν διορίστηκε Μουτασαρρίφης της Δεδέαγατς, της σημερινής Αλεξανδρούπολης. Η θέση αυτή αποτέλεσε την πρώτη υψηλή και καθοριστική διοικητική ευθύνη που ανέλαβε. Στη Δεδέαγατς, ο Τεπεϊράν δεν περιορίστηκε σε τυπικά διοικητικά καθήκοντα· ανέλαβε ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης. Υπό την επίβλεψή του δημιουργήθηκαν υποδομές που ακόμα σήμερα αποτελούν κεντρικά στοιχεία της αστικής οργάνωσης: την μεταφορά του νερού στην πόλη, το πάρκο εθνικής αντίστασης, το κτήριο που στεγάζει τα σημερινά δικαστήρια, το κτήριο που στεγάζει σήμερα τον πρώτο παιδικό σταθμό, το νοσοκομείο, το ταχυδρομείο, καθώς και βασικές εργασιακές  ρυθμίσεις στο λιμάνι, οι οποίες οργάνωσαν την εμπορική κίνηση της πόλης και επέβαλαν την χρήση αχθοφόρων -να έχουν μεροκάματο οι φτωχοί εργάτες- για τη μεταφορά εμπορευμάτων αντί ιδιωτικών συνεργείων που είχαν οι έμποροι - πρόξενοι.

Η θητεία του στη Δεδέαγατς ήταν ουσιαστικά η απαρχή μιας ευρύτερης ανοδικής πορείας σε κρίσιμες διοικητικές θέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπηρέτησε ως Βαλής σε στρατηγικές επαρχίες όπως η Μοσούλη, το Μοναστήρι, η Βαγδάτη, η Σεβάστεια, η Άγκυρα και η Προύσα, καθώς και στις ευαίσθητες διοικήσεις της Χετζάζης, της Βηρυτού και του Χαλεπίου. Τιμήθηκε με τον τίτλο «Μπέη» και το Οθωμανικό Τάγμα Β΄ Τάξεως.

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αντιμετώπισε πολιτικές κατηγορίες, απομακρύνθηκε από τη θέση του βαλή Προύσας και δικάστηκε από στρατοδικείο, όπου τελικά αθωώθηκε. Μετά το 1921 επανήλθε στη διοίκηση και υπηρέτησε στις επαρχίες Τραπεζούντας και Σεβάστειας. Στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση εκλέχθηκε βουλευτής Νίγδης για δύο περιόδους (1923–1927 και 1939–1941). Παράλληλα, συνέχισε τη συγγραφική του δραστηριότητα, αφήνοντας πίσω ένα πλούσιο έργο σε ποίηση, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και ιστορικές μαρτυρίες.

Η ιστορική σημασία του Τεπεϊράν για την Αλεξανδρούπολη είναι καθοριστική. Ως πρώτος Μουτασαρρίφης, υπήρξε ο άνθρωπος που καθόρισε τον πολεοδομικό και διοικητικό χαρακτήρα της πόλης. Τα έργα υποδομής που δημιούργησε, κυρίως τα δημόσια κτήρια που στεγάζουν σήμερα δικαστήρια και παιδικό σταθμό, το ταχυδρομείο και το νοσοκομείο, καθώς και οι οργανωτικές πρωτοβουλίες στο λιμάνι, έθεσαν τις βάσεις της σύγχρονης Αλεξανδρούπολης και αποτελούν μνημεία της δημόσιας διοίκησης και της ιστορικής μνήμης. Η παρουσία του στην πόλη δεν υπήρξε μόνο σταθμός στη βιογραφία του,  υπήρξε η απαρχή μιας διαδρομής που τον οδήγησε σε κορυφαίες θέσεις διοίκησης, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα του στην ιστορία και την αστική ανάπτυξη της πόλης.

Ο Εμπουμπεκίρ Χαζίμ Τεπεϊράν απεβίωσε το 1947 στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που συνδέει την Οθωμανική παράδοση με την τουρκική νεωτερικότητα και τη διαμόρφωση της Αλεξανδρούπολης ως οργανωμένης και ζωντανής πόλης.

Δ.Μ. 


Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Ένα γράμμα από το 1948: Η φωνή του Γιώργου Κατσιπόδη προς τον Υπουργό Γρηγόρη Χρυσοστόμου

 Στο τέλος του 1948, μια εποχή όπου η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να σταθεί όρθια μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο, χιλιάδες παιδιά βρέθηκαν σε ιδρύματα, μακριά από το σπίτι τους και συχνά χωρισμένα από τα αδέλφια τους. Η παιδική προστασία ήταν ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτημα, και τα ιδρύματα λειτουργούσαν συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες.


Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα αγόρι, ο Γιώργος Κατσιπόδης, ένα από τα έξι αδέλφια που φιλοξενούνταν στο ίδρυμα Αμαρουσίου, γράφει ένα συγκινητικό γράμμα προς τον Υπουργό Ναυτιλίας  της εποχής, Γρηγόρη Χρυσοστόμου. Ο Υπουργός είχε επισκεφθεί προσωπικά τα παιδιά και, θέλοντας να δείξει ενδιαφέρον και στήριξη, τους είχε δώσει την προσωπική του κάρτα επικοινωνίας, λέγοντάς τους πως μπορούν να του γράψουν όποτε χρειαστούν κάτι.

Ωστόσο, στα ιδρύματα της περιόδου εκείνης, η αλληλογραφία δεν επιτρεπόταν. Η δυνατότητα να επικοινωνήσουν τα παιδιά με τον έξω κόσμο ήταν περιορισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη. Παρ’ όλα αυτά, ο μικρός Γιώργος κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια και να στείλει το γράμμα του κρυφά.

Στις 29 Νοεμβρίου 1948, γράφει στον Υπουργό με απλότητα, αγωνία, αλλά και ελπίδα. Του εξηγεί πως εκείνος και τα αδέλφια του μετακινήθηκαν από ίδρυμα σε ίδρυμα, πώς χωρίστηκαν — κάποια στον Πειραιά, εκείνος στο Μαρούσι — και πως «έπαθαν ατύχημα», χωρίς να το αναλύει, όπως θα έκανε ένα παιδί που δεν έχει τα λόγια αλλά έχει το βάρος της εμπειρίας.

Ο Γιώργος βάζει μέσα στο γράμμα και μια φωτογραφία των έξι αδελφιών, σημειώνοντας με παιδική τρυφερότητα:

«Όταν θα έχω χρήματα, θα σας στείλω καλύτερη φωτογραφία».

Μια φράση που φανερώνει όχι μόνο τη φτώχεια της εποχής, αλλά και την αθωότητα, τη φιλοτιμία και τη λαχτάρα του παιδιού να παρουσιαστεί "όπως πρέπει" στον άνθρωπο που πίστευε πως ίσως θα μπορούσε να τους βοηθήσει.

Το γράμμα αυτό αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό τεκμήριο στο ψηφιακό αρχείο του Υπουργού Γρηγόρη Χρυσοστόμου — μια αυθεντική μαρτυρία μιας εποχής δύσκολης, αλλά και μια ζωντανή υπενθύμιση της δύναμης που έχει η ανθρώπινη επαφή.

Η φωνή του Γιώργου Κατσιπόδη, ενός παιδιού που κατάφερε να γράψει παρά τις απαγορεύσεις, δίνει ζωή στη μνήμη όλων εκείνων των παιδιών που μεγάλωσαν σε ιδρύματα, περιμένοντας να ακουστούν.

Ένα μικρό γράμμα — μια μεγάλη ιστορία.





 

Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Αγωγή του Πολίτου μετά πλείστων βελτιώσεων και προσθηκών,1914, 2η Έκδοση

Παιδαγωγικό βοήθημα Αγωγής του Πολίτη Γυμνασίου που απευθύνεται σε διδασκάλους, σπουδάζοντες νέους, αλλά και σε κάθε πολίτη. Αποσκοπεί στην κατανόηση της έννοιας του Δίκαιου και του Πολίτη. Περιλαμβάνει το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911.

 

 

Ηλεκτρονικός σύνδεσμος:  Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Αγωγή του Πολίτου μετά πλείστων βελτιώσεων και προσθηκών,1914, 2η Έκδοση

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Όταν ο άνθρωπος ξεχνά ότι είναι άνθρωπος. Η εκτέλεση του ταγματάρχη Παναγιώτη Κολιοβέτα (1946)

Η δολοφονία και ο διαμελισμός του ταγματάρχη Παναγιώτη Κολιοβέτα στις 14 Νοεμβρίου 1946, στη σιδηροδρομική στάση Λιγνιτορυχείων Δρακοπούλου, αποτελεί ένα από τα πιο αποκαλυπτικά επεισόδια της ακραίας βίας που χαρακτήρισε τον ελληνικό εμφύλιο. Το επεισόδιο έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από προφορικές μαρτυρίες ανταρτών και μεταγενέστερες αφηγήσεις, ωστόσο η πρόσφατη ανάδειξη του ψηφιακού αρχείου του Γρηγόρη Χρυσοστόμου έφερε στο φως πρωτογενές υλικό που επιτρέπει την ακριβέστερη ιστορική ανασύνθεση του γεγονότος και την αποδόμηση στρεβλώσεων.


Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αντάρτη Ευάγγελου Κασάπη, όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Ο Εμφύλιος στον Έβρο», οι δυνάμεις των ανταρτών σταμάτησαν την αμαξοστοιχία Δράμας–Αλεξανδρούπολης, συνέλαβαν και «εξόντωσαν τον εγκληματία διοικητή Χωροφυλακής Έβρου Παναγιώτη Κολιοβέτα» και προέβησαν σε επίταξη στρατιωτικού ιματισμού. Ο Κασάπης παρουσιάζει τον Κολιοβέτα ως «εγκληματία», επιχειρώντας να αιτιολογήσει εκ των υστέρων τη βία της εκτέλεσης και να εντάξει το γεγονός στο πλαίσιο μιας ηθικής-πολιτικής δικαίωσης. Παράλληλα, η αναφορά του για λεηλασία στρατιωτικών ειδών από το τρένο δημιουργεί την εντύπωση στρατιωτικής επιχείρησης και όχι απλής ληστρικής ενέργειας.

Ωστόσο, η σύγκριση των προφορικών μαρτυριών με τα διοικητικά τεκμήρια αποκαλύπτει σημαντικές αντιφάσεις. Η αφήγηση του καπετάνιου Κρίτωνα, μέλους του αντάρτικου, περιορίζεται σε μια γενική αναφορά περί «εξόντωσης», χωρίς να κάνει μνεία σε πράξεις αγριότητας ή βεβήλωσης του σώματος. Αντιθέτως, η τετρασέλιδη αναφορά του ταγματάρχη Χαράλαμπου Αρβανιτογιάννη προς την Ανώτερη Διοίκηση Χωροφυλακής Θράκης, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 1946 και διασωζόμενη στο Αρχείο Χρυσοστόμου, περιγράφει με λεπτομέρειες που δεν αφήνουν περιθώριο παρερμηνειών: ο Κολιοβέτας βρέθηκε αποκεφαλισμένος, γυμνός, με το κεφάλι του ριγμένο σε μεγάλη απόσταση μέσα σε ρεματιά. Η εικόνα αυτή υπερβαίνει κατά πολύ το απλό γεγονός της εκτέλεσης και συνιστά πράξη εξαιρετικής αγριότητας, χαρακτηριστική της κλιμακούμενης βίας της εποχής.


Τα διοικητικά τεκμήρια αντιστρατεύονται επίσης τον ισχυρισμό περί στρατιωτικής λείας. Σύμφωνα με τις αναφορές των σταθμαρχών και των αρμόδιων υπηρεσιών, τα είδη που αφαιρέθηκαν από τα βαγόνια δεν ήταν στρατιωτικά, αλλά εμπορεύματα προοριζόμενα για την αγορά της Αλεξανδρούπολης: υποδήματα, σαπούνια, μπισκότα, καρύδια και βούτυρο. Επιπλέον, εάν πράγματι είχαν κατασχεθεί δεκάδες στρατιωτικές στολές, δεν θα είχε νόημα να βρεθεί ο ταγματάρχης γυμνός, γεγονός που υποδηλώνει πράξη ταπείνωσης και όχι απλή επίταξη.

Η αξιολόγηση της προσωπικότητας και της προϋπηρεσίας του Παναγιώτη Κολιοβέτα ενισχύει περαιτέρω τη διάψευση του χαρακτηρισμού «εγκληματίας». Σύμφωνα με τη μελέτη του Ιωάννη Πριόβολου «Εθνική Αντίσταση και τα Τάγματα Ασφαλείας», ο Κολιοβέτας είχε υπηρετήσει ως ανακριτικός υπάλληλος κατά των δωσιλόγων της Κατοχής, συντάσσοντας αναφορές που ήταν καταπέλτης για συνεργάτες του εχθρού. Ειδικά η αυστηρή αναφορά του προς την προανάκριση του υποστράτηγου Ζυγούρη, στην οποία κατηγορεί ευθέως τον ταγματάρχη Βασίλειο Μητσάκο για τη συμπεριφορά του στην Κατοχή, αποδεικνύει ότι ο Κολιοβέτας δεν συνδεόταν με ακραίες εθνικιστικές ή δωσιλογικές πρακτικές. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως αξιωματικός με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και πειθαρχίας.

Το γεγονός ότι ο Κολιοβέτας είχε αναλάβει καθήκοντα διοικητή Χωροφυλακής Έβρου μόλις λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία του καθιστά ακόμη πιο αβάσιμη την προσπάθεια κατασκευής ενοχής. Η δήθεν προϋπάρχουσα «εγκληματική» δράση του αποτελεί επομένως περισσότερο ιδεολογικό αφήγημα παρά στοιχείο τεκμηριωμένο από τις πηγές.

Η ανάλυση των διαθέσιμων τεκμηρίων καθιστά αναγκαία τη διάκριση ανάμεσα:
α) στις προφορικές ή αυτοβιογραφικές μαρτυρίες των ανταρτών, οι οποίες συχνά επιτελούν λειτουργίες αυτοδικαίωσης ή ηρωοποίησης,
και
β) στα ανεξάρτητα διοικητικά έγγραφα της εποχής, τα οποία, παρά τις δικές τους ενδεχόμενες μεροληψίες, παραμένουν η πιο αξιόπιστη βάση για την ιστορική ανασύνθεση γεγονότων.

Στην περίπτωση του ταγματάρχη Κολιοβέτα, η εγκυρότητα των πρωτογενών διοικητικών πηγών είναι καθοριστική. Το ψηφιακό Αρχείο του Γρηγόρη Χρυσοστόμου και ειδικότερα η αναφορά Αρβανιτογιάννη αποκαθιστούν όχι μόνο τις συνθήκες της δολοφονίας, αλλά και τη μεταγενέστερη προσπάθεια παραποίησης ή αποσιώπησης της έκτασης της βίας.

Η εκτέλεση, ο αποκεφαλισμός και η βεβήλωση του σώματος του Παναγιώτη Κολιοβέτα δεν αποτελούν προϊόν εικασίας, αλλά διαπιστωμένα γεγονότα. Αναδεικνύουν το τραγικό πρόσωπο του εμφυλίου, όπου η βία ξεπέρασε τα όρια της στρατιωτικής σύγκρουσης και μετατράπηκε σε εργαλείο ταπείνωσης, τρομοκράτησης και συμβολικής εξόντωσης. Η επιστημονική προσέγγιση επιβάλλει επομένως την προτεραιότητα των πρωτογενών τεκμηρίων έναντι των αφηγηματικών αναπαραστάσεων, συμβάλλοντας σε μια ιστορική μνήμη που δεν αναπαράγει μύθους, αλλά στηρίζεται στην τεκμηριωμένη κατανόηση του παρελθόντος.

 Μ.Δ

 Αναφορά Αρβανιτογιάννη